Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
persister
01
επιμένω, συνεχίζω
continuer d'exister ou de durer malgré les difficultés
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
persiste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
persistons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
persisterai
ενεστώτα μετοχή
persistant
παθητική μετοχή
persisté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
persistions
Παραδείγματα
La pluie persiste toute la journée.
Η βροχή επιμένει όλη τη μέρα.
02
επιμένω, συνεχίζω
continuer à faire ou à rechercher quelque chose malgré les difficultés
Παραδείγματα
Il persiste dans sa recherche d'emploi.
Επιμένει στην αναζήτηση εργασίας του.



























