persister
per
pɛʁ
per
sis
sɪs
sis
ter
te
te
persifler

Ορισμός και σημασία του "persister"στα γαλλικά

persister
01

επιμένω, συνεχίζω

continuer d'exister ou de durer malgré les difficultés 
persister definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
persiste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
persistons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
persisterai
ενεστώτα μετοχή
persistant
παθητική μετοχή
persisté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
persistions
Παραδείγματα
La pluie persiste toute la journée. 

Η βροχή επιμένει όλη τη μέρα.

02

επιμένω, συνεχίζω

continuer à faire ou à rechercher quelque chose malgré les difficultés 
persister definition and meaning
Παραδείγματα
Il persiste dans sa recherche d'emploi. 

Επιμένει στην αναζήτηση εργασίας του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store