Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La perspicacité
[gender: feminine]
01
οξυδέρκεια, διακριτικότητα
capacité à comprendre rapidement et à remarquer les détails importants
Παραδείγματα
La perspicacité est une qualité précieuse pour un enquêteur.
Η οξυδέρκεια είναι μια πολύτιμη ιδιότητα για έναν ερευνητή.



























