la perspicacité
Pronunciation
/pɛʁspikasitˈe/

Ορισμός και σημασία του "perspicacité"στα γαλλικά

La perspicacité
[gender: feminine]
01

οξυδέρκεια, διακριτικότητα

capacité à comprendre rapidement et à remarquer les détails importants
la perspicacité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La perspicacité est une qualité précieuse pour un enquêteur.
Η οξυδέρκεια είναι μια πολύτιμη ιδιότητα για έναν ερευνητή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store