Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La perspective
01
προοπτική, τεχνική προοπτικής
technique artistique qui permet de représenter la profondeur ou les volumes sur une surface plane
Παραδείγματα
Il a étudié la perspective à l' école des beaux - arts.
Μελέτησε την προοπτική στη σχολή καλών τεχνών.
02
προοπτική, άποψη
point de vue, manière de considérer ou d'analyser une situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
perspectives
Παραδείγματα
Il est important de garder une perspective objective dans ce débat.
Είναι σημαντικό να διατηρήσετε μια αντικειμενική προοπτική σε αυτή τη συζήτηση.
03
προοπτική, θέα
vision d'avenir, prévision ou possibilité de développement
Παραδείγματα
Le marché offre des perspectives intéressantes pour les jeunes entrepreneurs.
Η αγορά προσφέρει ενδιαφέρουσες προοπτικές για νέους επιχειρηματίες.



























