Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
personnifier
01
προσωποποιώ, ενσαρκώνω
donner une forme humaine à une idée abstraite ou une force naturelle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
personnifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
personnifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
personnifierai
παθητική μετοχή
personnifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
personnifiions
Παραδείγματα
La liberté est parfois personnifiée sous les traits d' une héroïne.
Η ελευθερία προσωποποιείται μερικές φορές ως μια ηρωίδα.
02
ενσαρκώνω, προσωποποιώ
représenter de façon exemplaire une caractéristique ou une idée
Παραδείγματα
Dans ce film, la méchanceté est personnifiée par ce personnage.
Σε αυτήν την ταινία, η κακία προσωποποιείται από αυτόν τον χαρακτήρα.



























