Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
personnifier
01
προσωποποιώ, ενσαρκώνω
donner une forme humaine à une idée abstraite ou une force naturelle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
personnifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
personnifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
personnifierai
παθητική μετοχή
personnifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
personnifiions
Παραδείγματα
Dans ce tableau, la justice est personnifiée par une femme aux yeux bandés.
Σε αυτόν τον πίνακα, η δικαιοσύνη προσωποποιείται από μια γυναίκα με δεμένα μάτια.
02
ενσαρκώνω, προσωποποιώ
représenter de façon exemplaire une caractéristique ou une idée
Παραδείγματα
Elle personnifie l'élégance.
Προσωποποιεί την κομψότητα.



























