Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parfumer
01
αρωματίζω, παρφουμάρω
ajouter une odeur agréable à quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
parfume
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
parfumons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
parfumerai
ενεστώτα μετοχή
parfumant
παθητική μετοχή
parfumé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
parfumions
Παραδείγματα
Il a parfumé la pièce avant notre arrivée.
Αυτός άρωσε το δωμάτιο πριν από την άφιξή μας.



























