paresseux
pa
pa
πα
re
ʁɛ
ρε
sseux
σё

Ορισμός και σημασία του "paresseux"στα γαλλικά

01

τεμπέλης, οκνηρός

qui n'aime pas travailler ou faire des efforts 
paresseux definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus paresseux
συγκριτικός βαθμός
plus paresseux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
paresseux
αρσενικό πληθυντικό
paresseux
θηλυκό ενικό
paresseuse
θηλυκό πληθυντικό
paresseuses
θεματικό πεδίο
comportement, travail, attitude
Παραδείγματα
Il est paresseux et ne fait jamais ses devoirs. 

Είναι τεμπέλης και δεν κάνει ποτέ τις εργασίες του.

01

τεμπέλης, ζώο τεμπέλης

mammifère d'Amérique du Sud au mouvement très lent, vivant suspendu aux arbres et se nourrissant de feuilles 
le paresseux definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
paresseux
Παραδείγματα
Le paresseux passe presque toute sa vie accroché aux branches. 

Ο βραδύπους περνά σχεδόν όλη του τη ζωή κρεμασμένος από τα κλαδιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store