la parenté
parenté
paʁɑ̃te
paraate

Ορισμός και σημασία του "parenté"στα γαλλικά

01

συγγένεια, συγγενική σχέση

relation de famille entre des personnes 
la parenté definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La parenté entre ces deux familles est très ancienne. 

Η συγγένεια μεταξύ αυτών των δύο οικογενειών είναι πολύ παλιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store