Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
paresseux
01
τεμπέλης, οκνηρός
qui n'aime pas travailler ou faire des efforts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus paresseux
συγκριτικός βαθμός
plus paresseux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
paresseux
αρσενικό πληθυντικό
paresseux
θηλυκό ενικό
paresseuse
θηλυκό πληθυντικό
paresseuses
Παραδείγματα
Ne sois pas paresseux, fais un effort !
Μην είσαι τεμπέλης, κάνε μια προσπάθεια!
Le paresseux
01
τεμπέλης, ζώο τεμπέλης
mammifère d'Amérique du Sud au mouvement très lent, vivant suspendu aux arbres et se nourrissant de feuilles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
paresseux
Παραδείγματα
Le paresseux vit dans les forêts tropicales humides.
Ο βραδύπους ζει στα υγρά τροπικά δάση.



























