parier
par
paʁ
par
ier
je
ye
parlerparerpanierpapier

Ορισμός και σημασία του "parier"στα γαλλικά

parier
01

στοιχηματίζω

mettre de l'argent ou un enjeu sur un résultat futur, souvent dans un jeu ou un concours 
parier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
parie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
parions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
parierai
ενεστώτα μετοχή
pariant
παθητική μετοχή
parié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pariions
Παραδείγματα
Il aime parier sur les courses de chevaux. 

Του αρέσει να στοιχηματίζει σε ιπποδρομίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store