parlant
parlant
paʁlɑ̃
parlaa
partant

Ορισμός και σημασία του "parlant"στα γαλλικά

01

ομιλητικός, φλύαρος

qui parle beaucoup 
parlant definition and meaning
Παραδείγματα
Mon voisin est très parlant. 

Ο γείτονάς μου είναι πολύ ομιλητικός.

02

ζωηρός, ομιλητικός

qui est vif et qui parle beaucoup 
parlant definition and meaning
Παραδείγματα
L'enfant est parlant et joue avec ses amis. 

Το παιδί είναι parlant και παίζει με τους φίλους του.

03

σημαντικός, εκφραστικός

qui exprime beaucoup de sens ou qui est clair 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus parlant
συγκριτικός βαθμός
plus parlant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
parlant
αρσενικό πληθυντικό
parlants
θηλυκό ενικό
parlante
θηλυκό πληθυντικό
parlantes
Παραδείγματα
Son regard est parlant. 

Το βλέμμα του είναι εκφραστικό.

04

ομιλών, ηχητικός

qui parle ou produit  du son 
Παραδείγματα
Le cinéma parlant a révolutionné le film. 

Ο ομιλών κινηματογράφος επαναστατοποίησε την ταινία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store