la parka
par
paʁ
par
ka
ka
ka
paria

Ορισμός και σημασία του "parka"στα γαλλικά

01

πάρκα, ανοράκ

manteau long et chaud, souvent avec une capuche, utilisé par temps froid ou pluvieux 
la parka definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
parkas
Παραδείγματα
Il met toujours sa parka quand il pleut. 

Φοράει πάντα το πάρκα του όταν βρέχει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store