la parité
Pronunciation
/paʀite/

Ορισμός και σημασία του "parité"στα γαλλικά

01

ισότητα, ισοτιμία

situation dans laquelle des personnes ou des groupes ont les mêmes droits, chances ou conditions
la parité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Les mesures gouvernementales visent à atteindre la parité sociale.
Τα κυβερνητικά μέτρα στοχεύουν στην επίτευξη της κοινωνικής ισότητας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store