Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La parité
01
ισότητα, ισοτιμία
situation dans laquelle des personnes ou des groupes ont les mêmes droits, chances ou conditions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Les mesures gouvernementales visent à atteindre la parité sociale.
Τα κυβερνητικά μέτρα στοχεύουν στην επίτευξη της κοινωνικής ισότητας.



























