la parité
parité
paʁite
parite
charité

Ορισμός και σημασία του "parité"στα γαλλικά

01

ισότητα, ισοτιμία

situation dans laquelle des personnes ou des groupes ont les mêmes droits, chances ou conditions 
la parité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La parité entre hommes et femmes est essentielle au travail. 

Η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι απαραίτητη στην εργασία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store