parfumer
par
paʁ
par
fu
fy
fy
mer
me
me
parsemer

Ορισμός και σημασία του "parfumer"στα γαλλικά

parfumer
01

αρωματίζω, παρφουμάρω

ajouter une odeur agréable à quelque chose 
parfumer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
parfume
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
parfumons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
parfumerai
ενεστώτα μετοχή
parfumant
παθητική μετοχή
parfumé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
parfumions
Παραδείγματα
Elle parfume ses lettres avec de la lavande. 

Αρωματίζει τις επιστολές της με λεβάντα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store