Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'observation
[gender: feminine]
01
παρατήρηση
action d'étudier ou d'examiner quelque chose attentivement
Παραδείγματα
L' observation des résultats est nécessaire avant de prendre une décision.
Η παρατήρηση των αποτελεσμάτων είναι απαραίτητη πριν από τη λήψη μιας απόφασης.
02
παρατήρηση, εξέταση
action de regarder attentivement pour analyser ou comprendre quelque chose
Παραδείγματα
L' observation des signes de la nature est importante pour les agriculteurs.
Η παρατήρηση των σημείων της φύσης είναι σημαντική για τους αγρότες.
03
παρατήρηση, κριτική
critique ou reproche adressé à quelqu'un
Παραδείγματα
Les observations reçues ont été constructives.
Οι παρατηρήσεις που ελήφθησαν ήταν κατασκευαστικές.
04
παρατήρηση, παρακολούθηση
action de surveiller ou de garder un œil sur quelqu'un ou quelque chose
Παραδείγματα
Les policiers ont maintenu une observation discrète de la zone.
Οι αστυνομικοί διατήρησαν μια διακριτική παρακολούθηση της περιοχής.
05
παρατήρηση, σχόλιο
remarque ou commentaire exprimé à propos de quelque chose
Παραδείγματα
J' ai noté toutes ses observations pendant la réunion.
Παρατήρηση σημείωσα όλες τις παρατηρήσεις του κατά τη διάρκεια της συνάντησης.



























