moderniser
mo
maw
der
dɛʁ
der
ni
ni
ni
ser
ze
ze

Ορισμός και σημασία του "moderniser"στα γαλλικά

moderniser
01

εκσυγχρονίζω, ενημερώνω

rendre quelque chose plus moderne ou adapté aux nouvelles normes 
moderniser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
modernise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
modernisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
moderniserai
ενεστώτα μετοχή
modernisant
παθητική μετοχή
modernisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
modernisions
Παραδείγματα
Ils modernisent l'usine pour améliorer la production. 

Εκσυγχρονίζουν το εργοστάσιο για να βελτιώσουν την παραγωγή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store