moderniser
Pronunciation
/mɔdɛʁnize/

Ορισμός και σημασία του "moderniser"στα γαλλικά

moderniser
01

εκσυγχρονίζω, ενημερώνω

rendre quelque chose plus moderne ou adapté aux nouvelles normes
moderniser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
modernise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
modernisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
moderniserai
ενεστώτα μετοχή
modernisant
παθητική μετοχή
modernisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
modernisions
Παραδείγματα
Nous modernisons le site web pour attirer plus de visiteurs.
Εκσυγχρονίζουμε τον ιστότοπο για να προσελκύσουμε περισσότερους επισκέπτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store