Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
moderniser
01
εκσυγχρονίζω, ενημερώνω
rendre quelque chose plus moderne ou adapté aux nouvelles normes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
modernise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
modernisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
moderniserai
ενεστώτα μετοχή
modernisant
παθητική μετοχή
modernisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
modernisions
Παραδείγματα
Nous modernisons le site web pour attirer plus de visiteurs.
Εκσυγχρονίζουμε τον ιστότοπο για να προσελκύσουμε περισσότερους επισκέπτες.



























