Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
modeste
01
ταπεινός, σεμνός
qui ne se vante pas et montre de l'humilité
Παραδείγματα
Un étudiant modeste partage ses connaissances avec les autres.
Ένας ταπεινός φοιτητής μοιράζεται τις γνώσεις του με άλλους.
02
ταπεινός, απλός
qui est simple, ordinaire ou peu remarquable
Παραδείγματα
Leur style de vie modeste reflète leur personnalité.
Ο σεμνός τρόπος ζωής τους αντανακλά την προσωπικότητά τους.
03
μετριόφρων, μικρός
qui est peu important, faible ou limité
Παραδείγματα
Un logement modeste suffit pour leurs besoins.
Μια ταπεινή κατοικία αρκεί για τις ανάγκες τους.



























