Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
modeste
01
ταπεινός, σεμνός
qui ne se vante pas et montre de l'humilité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus modeste
συγκριτικός βαθμός
plus modeste
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
modeste
αρσενικό πληθυντικό
modestes
θηλυκό ενικό
modeste
θηλυκό πληθυντικό
modestes
Παραδείγματα
Il est modeste malgré ses nombreux succès.
Είναι σεμνός παρά τις πολλές επιτυχίες του.
02
ταπεινός, απλός
qui est simple, ordinaire ou peu remarquable
Παραδείγματα
Ils ont une maison modeste à la campagne.
Έχουν ένα ταπεινό σπίτι στην ύπαιθρο.
03
μετριόφρων, μικρός
qui est peu important, faible ou limité
Παραδείγματα
Il a reçu un salaire modeste cette année.
Λάμβανε ένα μετριόφρονο μισθό φέτος.



























