Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La modulation
01
διαμόρφωση, διακύμανση τόνου
fluctuation du son ou de la voix pour exprimer une nuance ou un effet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La modulation des sons crée une ambiance particulière.
Η διαμόρφωση των ήχων δημιουργεί μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα.
02
διαμόρφωση, μεταβολή
variation, ajustement ou modification d'un élément
Παραδείγματα
Cette modulation des paramètres améliore les performances.
Αυτή η διαμόρφωση των παραμέτρων βελτιώνει την απόδοση.
03
προσαρμογή, ρύθμιση
action de rendre compatible ou approprié un élément à un contexte ou à une situation
Παραδείγματα
La modulation des outils s' adapte aux différents projets.
Ο διαμορφωτής των εργαλείων προσαρμόζεται στα διάφορα έργα.
Λεξικό Δέντρο
modulation
modulate



























