Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La modulation
01
διαμόρφωση, διακύμανση τόνου
fluctuation du son ou de la voix pour exprimer une nuance ou un effet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La modulation de sa voix rend le discours captivant.
Η διαμόρφωση της φωνής του κάνει την ομιλία συναρπαστική.
02
διαμόρφωση, μεταβολή
variation, ajustement ou modification d'un élément
Παραδείγματα
La modulation des prix dépend du marché.
Ο ρυθμισμός των τιμών εξαρτάται από την αγορά.
03
προσαρμογή, ρύθμιση
action de rendre compatible ou approprié un élément à un contexte ou à une situation
Παραδείγματα
La modulation des méthodes pédagogiques favorise l'apprentissage.
Ο διαμορφωτής των παιδαγωγικών μεθόδων ευνοεί τη μάθηση.
Λεξικό Δέντρο
modulation
modulate



























