le moine
moine
mwan
mvan
mornemoiremoite

Ορισμός και σημασία του "moine"στα γαλλικά

01

homme qui se consacre à la vie religieuse, vivant souvent dans un monastère 

γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
moines
αρσενικό ενικό
moine
θηλυκό ενικό
moniale
neutral form
religieux
Παραδείγματα
Le moine médite dans le monastère chaque matin. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store