Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
modifier
01
αλλάζω, τροποποιώ
subir un changement ou une transformation dans ses caractéristiques, son état ou sa forme
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
modifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
modifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
modifierai
ενεστώτα μετοχή
modifiant
παθητική μετοχή
modifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
modifiions
Παραδείγματα
Le comportement des animaux se modifie en captivité.
Η συμπεριφορά των ζώων αλλάζει σε αιχμαλωσία.
02
τροποποιώ, αλλάζω
changer, ajuster ou corriger quelque chose pour l'améliorer ou l'adapter
Παραδείγματα
Le logiciel permet de modifier facilement les images.
Το λογισμικό επιτρέπει την εύκολη τροποποίηση των εικόνων.



























