Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
modifier
01
αλλάζω, τροποποιώ
subir un changement ou une transformation dans ses caractéristiques, son état ou sa forme
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
modifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
modifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
modifierai
ενεστώτα μετοχή
modifiant
παθητική μετοχή
modifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
modifiions
Παραδείγματα
Le programme se modifie selon les besoins des étudiants.
Το πρόγραμμα τροποποιείται ανάλογα με τις ανάγκες των φοιτητών.
02
τροποποιώ, αλλάζω
changer, ajuster ou corriger quelque chose pour l'améliorer ou l'adapter
Παραδείγματα
Il a modifié le document avant de l'envoyer.
Τροποποίησε το έγγραφο πριν το στείλει.



























