modifier
mo
maw
dif
dɪf
dif
ier
je
ye
mortifiermomifier

Ορισμός και σημασία του "modifier"στα γαλλικά

modifier
01

αλλάζω, τροποποιώ

subir un changement ou une transformation dans ses caractéristiques, son état ou sa forme 
modifier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
modifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
modifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
modifierai
ενεστώτα μετοχή
modifiant
παθητική μετοχή
modifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
modifiions
Παραδείγματα
Le programme se modifie selon les besoins des étudiants. 

Το πρόγραμμα τροποποιείται ανάλογα με τις ανάγκες των φοιτητών.

02

τροποποιώ, αλλάζω

changer, ajuster ou corriger quelque chose pour l'améliorer ou l'adapter 
modifier definition and meaning
Παραδείγματα
Il a modifié le document avant de l'envoyer. 

Τροποποίησε το έγγραφο πριν το στείλει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store