modifier
Pronunciation
/mɔdifje/

Ορισμός και σημασία του "modifier"στα γαλλικά

modifier
01

αλλάζω, τροποποιώ

subir un changement ou une transformation dans ses caractéristiques, son état ou sa forme
modifier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
modifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
modifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
modifierai
ενεστώτα μετοχή
modifiant
παθητική μετοχή
modifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
modifiions
Παραδείγματα
Le comportement des animaux se modifie en captivité.
Η συμπεριφορά των ζώων αλλάζει σε αιχμαλωσία.
02

τροποποιώ, αλλάζω

changer, ajuster ou corriger quelque chose pour l'améliorer ou l'adapter
modifier definition and meaning
Παραδείγματα
Le logiciel permet de modifier facilement les images.
Το λογισμικό επιτρέπει την εύκολη τροποποίηση των εικόνων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store