Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mode
01
μόδα, στυλ
style ou manière de s'habiller qui est populaire à un moment donné
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
modes
Παραδείγματα
La mode change chaque saison.
Η μόδα αλλάζει κάθε εποχή.
02
στυλ, τρόπος
façon ou méthode particulière pour agir, créer ou se comporter
Παραδείγματα
Il écrit dans un mode très clair et précis.
Γράφει με πολύ ξεκάθαρο και ακριβή τρόπο.
03
έθιμο, συνήθεια
habitude ou usage adopté par un groupe ou une société
Παραδείγματα
Dans ce village, le mode de saluer est particulier.
Σε αυτό το χωριό, ο τρόπος χαιρετισμού είναι ιδιαίτερος.
04
μουσικός τρόπος, μοντική κλίμακα
système de notes et intervalles caractéristique d'une mélodie ou d'une composition musicale
Παραδείγματα
Le mode majeur donne un son joyeux à la musique.
Ο τρόπος ματζόρε δίνει έναν χαρούμενο ήχο στη μουσική.
05
έγκλιση, έγκλιση ρήματος
forme verbale qui indique si l'action est réelle, souhaitée, possible ou hypothétique
Παραδείγματα
L'indicatif est un mode qui exprime la réalité.
Ο οριστικός είναι ένας τρόπος που εκφράζει την πραγματικότητα.



























