Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
moche
01
άσχημος, απαίσιος
qui est laid, désagréable à regarder ou de mauvais goût
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus moche
συγκριτικός βαθμός
plus moche
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
moche
αρσενικό πληθυντικό
moches
θηλυκό ενικό
moche
θηλυκό πληθυντικό
moches
Παραδείγματα
Pourquoi tu fais une tête moche sur cette photo ?
Γιατί κάνεις άσχημο πρόσωπο σε αυτή τη φωτογραφία;



























