Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mijoter
01
μαγειρεύω σε χαμηλή φωτιά, βράζω σε χαμηλή φωτιά
cuire lentement à feu doux dans un liquide
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mijote
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
mijotons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mijoterai
ενεστώτα μετοχή
mijotant
παθητική μετοχή
mijoté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
mijotions
Παραδείγματα
Je laisse la soupe mijoter pendant une heure.
Αφήνω τη σούπα να σιγοβράσει για μια ώρα.
02
σχεδιάζω, στρατηγεύω
préparer secrètement un plan, souvent malveillant
Παραδείγματα
Ils mijotent quelque chose dans leur coin.
Αυτοί σχεδιάζουν κάτι στη γωνία τους.
03
σκέφτομαι επί μακρόν, αναλογίζομαι
réfléchir longuement et intensément à quelque chose
Παραδείγματα
Il mijote cette idée depuis des semaines.
Σκέφτεται βαθιά αυτήν την ιδέα εδώ και εβδομάδες.



























