Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mijoter
01
μαγειρεύω σε χαμηλή φωτιά, βράζω σε χαμηλή φωτιά
cuire lentement à feu doux dans un liquide
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mijote
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
mijotons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mijoterai
ενεστώτα μετοχή
mijotant
παθητική μετοχή
mijoté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
mijotions
Παραδείγματα
Ce plat mijote sur la cuisinière depuis midi.
Αυτό το πιάτο σιγοβράζει στη σόμπα από το μεσημέρι.
02
σχεδιάζω, στρατηγεύω
préparer secrètement un plan, souvent malveillant
Παραδείγματα
Arrête de mijoter des idées farfelues !
Σταμάτα να μαγειρεύεις τρελές ιδέες!
03
σκέφτομαι επί μακρόν, αναλογίζομαι
réfléchir longuement et intensément à quelque chose
Παραδείγματα
Je mijote un nouveau projet en silence.
Σκέφτομαι βαθιά ένα νέο έργο σιωπηλά.



























