mignon
mign
miɲ
μινι
on
ɔ̃
ο
moignon

Ορισμός και σημασία του "mignon"στα γαλλικά

01

χαριτωμένος, αξιολάτρευτος

charmant par sa petite taille, sa douceur ou son innocence 
mignon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus mignon
συγκριτικός βαθμός
plus mignon
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mignon
αρσενικό πληθυντικό
mignons
θηλυκό ενικό
mignonne
θηλυκό πληθυντικό
mignonnes
θεματικό πεδίο
apparence, émotion, caractère
Παραδείγματα
Ton bébé a des joues si mignonnes ! 

Το μωρό σου έχει τόσο χαριτωμένα μάγουλα!

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store