Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
militant
01
πολεμικός, μαχητικός
qui agit de façon agressive pour défendre une idée ou une cause
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus militant
συγκριτικός βαθμός
plus militant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
militant
αρσενικό πληθυντικό
militants
θηλυκό ενικό
militante
θηλυκό πληθυντικό
militantes
Παραδείγματα
Il a un style militant et passionné.
Έχει ένα μαχητικό και παθιασμένο στυλ.
Le militant
[gender: masculine]
01
ακτιβιστής, αγωνιστής
personne qui agit activement pour une cause politique ou sociale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
militants
Παραδείγματα
Les militants veulent changer la loi.
Οι ακτιβιστές θέλουν να αλλάξουν τον νόμο.
Λεξικό Δέντρο
militant
milit



























