Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
militer
01
αγωνίζομαι, κάνω εκστρατεία
s'engager activement, souvent dans un cadre associatif, politique ou social, pour soutenir une cause
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
milite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
militons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
militerai
ενεστώτα μετοχή
militant
παθητική μετοχή
milité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
militons
Παραδείγματα
Je milite pour une société plus équitable.
Αγωνίζομαι για μια πιο δίκαιη κοινωνία.



























