militer
mi
mi
mi
li
li
li
ter
te
te

Ορισμός και σημασία του "militer"στα γαλλικά

militer
01

αγωνίζομαι, κάνω εκστρατεία

s'engager activement, souvent dans un cadre associatif, politique ou social, pour soutenir une cause 
militer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
milite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
militons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
militerai
ενεστώτα μετοχή
militant
παθητική μετοχή
milité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
militons
Παραδείγματα
Il milite pour les droits de l'homme depuis des années. 

Αγωνίζεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα εδώ και χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store