Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
libeller
01
συμπληρώνω, συντάσσω
écrire un texte administratif (comme un chèque) en respectant les règles de présentation ou en précisant un destinataire ou un montant
Παραδείγματα
Il a libellé le chèque à l'ordre du propriétaire.
Συμπλήρωσε την επιταγή στο όνομα του ιδιοκτήτη.
02
συντάσσω, διατυπώνω
formuler officiellement un texte juridique (plainte, requête, assignation, etc.) selon les règles de droit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
libelle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
libellons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
libellerai
ενεστώτα μετοχή
libellant
παθητική μετοχή
libellé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
libellions
Παραδείγματα
L'avocat a libellé la plainte avec soin.
Ο δικηγόρος συνέταξε προσεκτικά την καταγγελία.
03
συντάσσω, διατυπώνω
écrire ou formuler un contenu écrit , souvent administratif ou officiel, avec des mots choisis
Παραδείγματα
Il a libellé sa demande en des termes polis.
Διατύπωσε το αίτημά του σε ευγενικούς όρους.



























