Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
joindre
01
συμμετέχω, συνδέω
aller avec d'autres personnes pour faire quelque chose ensemble
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
joins
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
joignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
joindrai
ενεστώτα μετοχή
joignant
παθητική μετοχή
joint
α΄ πληθυντικό παρατατικού
joignions
Παραδείγματα
Nous espérons qu' il se joindra à notre équipe.
Ελπίζουμε ότι θα ενταχθεί στην ομάδα μας.
02
επικοινωνώ, βρίσκω στο τηλέφωνο
réussir à contacter quelqu'un, souvent par téléphone ou par message
Παραδείγματα
Nous devons joindre tous les participants avant la réunion.
Πρέπει να επικοινωνήσουμε με όλους τους συμμετέχοντες πριν από τη συνάντηση.
03
προσαρτώ, συνδέω
inclure un document ou fichier avec un email ou message
Παραδείγματα
Le fichier joint contient toutes les informations.
Το συνημμένο αρχείο περιέχει όλες τις πληροφορίες.



























