joindre
joindre
ʒwɛ̃:dʁ
zhvedr

Ορισμός και σημασία του "joindre"στα γαλλικά

joindre
01

συμμετέχω, συνδέω

aller avec d'autres personnes pour faire quelque chose ensemble 
joindre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
joins
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
joignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
joindrai
ενεστώτα μετοχή
joignant
παθητική μετοχή
joint
α΄ πληθυντικό παρατατικού
joignions
Παραδείγματα
Il veut se joindre à nous pour le dîner. 

Θέλει να ενταχθεί μαζί μας για δείπνο.

02

επικοινωνώ, βρίσκω στο τηλέφωνο

réussir à contacter quelqu'un, souvent par téléphone ou par message 
joindre definition and meaning
Παραδείγματα
Je n'arrive pas à joindre mon ami au téléphone. 

Δεν μπορώ να επικοινωνήσω με τον φίλο μου στο τηλέφωνο.

03

προσαρτώ, συνδέω

inclure un document ou fichier avec un email ou message 
joindre definition and meaning
Παραδείγματα
J'ai joint le rapport au mail. 

Συνέδεσα την αναφορά στο email.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store