la joie
Pronunciation
/ʒwa/

Ορισμός και σημασία του "joie"στα γαλλικά

La joie
[gender: feminine]
01

χαρά, ευτυχία

sentiment de bonheur intense ou de plaisir
la joie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
joie
Παραδείγματα
La musique a rempli la salle de joie.
Η μουσική γέμισε το δωμάτιο με χαρά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store