Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La joie
[gender: feminine]
01
χαρά, ευτυχία
sentiment de bonheur intense ou de plaisir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
joie
Παραδείγματα
La musique a rempli la salle de joie.
Η μουσική γέμισε το δωμάτιο με χαρά.



























