Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interdire
01
απαγορεύω, απαγορέυω
empêcher quelque chose par autorité ou loi
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
interdis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
interdisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
interdirai
ενεστώτα μετοχή
interdisant
παθητική μετοχή
interdit
α΄ πληθυντικό παρατατικού
interdisions
Παραδείγματα
Le gouvernement a interdit ce médicament dangereux.
Η κυβέρνηση απαγόρευσε αυτό το επικίνδυνο φάρμακο.
02
απαγορεύω, απαγορέυω
défendre à quelqu'un de faire quelque chose
Παραδείγματα
Son médecin lui a interdit de manger du sucre.
Ο γιατρός της της απαγόρευσε να τρώει ζάχαρη.



























