Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intensif
01
έντονος, έντονα
qui est très fort, très marqué ou concentré
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus intensif
συγκριτικός βαθμός
plus intensif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
intensif
αρσενικό πληθυντικό
intensifs
θηλυκό ενικό
intensive
θηλυκό πληθυντικό
intensives
Παραδείγματα
La lumière intensive de l' écran fatigue les yeux.
Το έντονο φως της οθόνης κουράζει τα μάτια.
02
εντατικός, εντατικός
qui produit beaucoup, de manière concentrée ou efficace, notamment en agriculture
Παραδείγματα
Les exploitations intensives visent à maximiser le rendement.
Οι εντατικές εκμεταλλεύσεις στοχεύουν στη μεγιστοποίηση της απόδοσης.
03
εντατικός, εμφατικός
qui sert à renforcer ou à accentuer le sens d'un mot, surtout en grammaire
Παραδείγματα
Les expressions intensives sont courantes dans la langue orale.
Οι εντατικές εκφράσεις είναι κοινές στην προφορική γλώσσα.



























