Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intensif
01
έντονος, έντονα
qui est très fort, très marqué ou concentré
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus intensif
συγκριτικός βαθμός
plus intensif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
intensif
αρσενικό πληθυντικό
intensifs
θηλυκό ενικό
intensive
θηλυκό πληθυντικό
intensives
Παραδείγματα
Un entraînement intensif améliore rapidement les performances.
Μια έντονη προπόνηση βελτιώνει γρήγορα την απόδοση.
02
εντατικός, εντατικός
qui produit beaucoup, de manière concentrée ou efficace, notamment en agriculture
Παραδείγματα
L'agriculture intensive permet d'obtenir de grandes récoltes sur peu de terrain.
Η εντατική γεωργία επιτρέπει τη συγκομιδή μεγάλων σοδειών σε μικρή έκταση.
03
εντατικός, εμφατικός
qui sert à renforcer ou à accentuer le sens d'un mot, surtout en grammaire
Παραδείγματα
L'adverbe intensif souligne l'importance de l'action.
Το επίρρημα εντατικό υπογραμμίζει τη σημασία της δράσης.



























