Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'intention
01
πρόθεση, σκοπός
volonté ou projet de faire quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
intentions
Παραδείγματα
Leur intention est de créer une entreprise écologique.
Η πρόθεσή τους είναι να δημιουργήσουν μια οικολογική επιχείρηση.
02
πρόθεση, σκοπός
volonté consciente de faire quelque chose, souvent dans un contexte légal ou moral
Παραδείγματα
L' intention de frauder a été prouvée par les preuves.
Η πρόθεση απάτης αποδείχθηκε από τα στοιχεία.
Λεξικό Δέντρο
intention
intent



























