Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'intention
01
πρόθεση, σκοπός
volonté ou projet de faire quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
intentions
Παραδείγματα
Il a exprimé son intention de partir à l'étranger.
Εξέφρασε την πρόθεσή του να πάει στο εξωτερικό.
02
πρόθεση, σκοπός
volonté consciente de faire quelque chose, souvent dans un contexte légal ou moral
Παραδείγματα
L'accusé a agi avec intention de nuire.
Ο κατηγορούμενος ενεργούσε με προθέσεις να βλάψει.
Λεξικό Δέντρο
intention
intent



























