Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'interjection
01
επιφώνημα, θαυμαστικό
mot employé seul pour exprimer un sentiment, une réaction ou appeler quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
interjections
Παραδείγματα
Oh ! est une interjection qui exprime la surprise.
Επιφώνημα είναι μια λέξη που εκφράζει έκπληξη.
02
αντίρρηση, έφεση
recours en justice pour contester une décision ou une procédure
Παραδείγματα
L'avocat a déposé une interjection devant le tribunal.
Ο δικηγόρος υπέβαλε έφεση ενώπιον του δικαστηρίου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
interjection
interject



























