Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insouciant
01
ανέμελος, αμέριμνος
qui ne pense pas aux problèmes ou aux responsabilités, calme et détendu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus insouciant
συγκριτικός βαθμός
plus insouciant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
insouciant
αρσενικό πληθυντικό
insouciants
θηλυκό ενικό
insouciante
θηλυκό πληθυντικό
insouciantes
Παραδείγματα
Les enfants sont souvent insouciants.
Τα παιδιά είναι συχνά insouciant.
02
απερίσκεπτος, απρόσεκτος
qui agit sans réfléchir aux conséquences
Παραδείγματα
Son comportement insouciant lui a causé des problèmes.
Η απερίσκεπτη συμπεριφορά του του προκάλεσε προβλήματα.
Λεξικό Δέντρο
insouciant
insouci



























