Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'insouciance
01
απερισκεψία, αμέλεια
attitude de quelqu'un qui ne se préoccupe pas des problèmes ou des dangers, qui est insensible aux soucis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Son insouciance face aux règles surprend tout le monde.
Η απερισκεψία του απέναντι στους κανόνες εκπλήσσει όλους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
insouciance
insouci



























