Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'insouciance
01
απερισκεψία, αμέλεια
attitude de quelqu'un qui ne se préoccupe pas des problèmes ou des dangers, qui est insensible aux soucis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il regrette son passé d' insouciance.
Λυπάται για το παρελθόν της αμεριμνησίας του.
Λεξικό Δέντρο
insouciance
insouci



























