l'insouciance
Pronunciation
/ɛ̃susjɑ̃s/

Ορισμός και σημασία του "insouciance"στα γαλλικά

01

απερισκεψία, αμέλεια

attitude de quelqu'un qui ne se préoccupe pas des problèmes ou des dangers, qui est insensible aux soucis
l'insouciance definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il regrette son passé d' insouciance.
Λυπάται για το παρελθόν της αμεριμνησίας του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store