Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insouciant
01
ανέμελος, αμέριμνος
qui ne pense pas aux problèmes ou aux responsabilités, calme et détendu
Παραδείγματα
Ils vivent une vie insouciante au bord de la mer.
Ζουν μια ανέμελη ζωή δίπλα στη θάλασσα.
02
απερίσκεπτος, απρόσεκτος
qui agit sans réfléchir aux conséquences
Παραδείγματα
Une attitude insouciante peut être dangereuse au travail.
Μια απερίσκεπτη στάση μπορεί να είναι επικίνδυνη στη δουλειά.



























