Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'insomnie
01
αϋπνία, δυσκολία στον ύπνο
difficulté à trouver ou à garder le sommeil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'insomnie me rend fatigué toute la journée.
Η αϋπνία με κάνει κουρασμένο όλη μέρα.



























