l'insomnie
insomnie
ɛ̃sɔmni
esawmni

Ορισμός και σημασία του "insomnie"στα γαλλικά

01

αϋπνία, δυσκολία στον ύπνο

difficulté à trouver ou à garder le sommeil 
l'insomnie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'insomnie me rend fatigué toute la journée. 

Η αϋπνία με κάνει κουρασμένο όλη μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store