l'inspecteur
inspecteur
ɛ̃spɛktœʁ
espektoer
injecteur

Ορισμός και σημασία του "inspecteur"στα γαλλικά

01

επιθεωρητής, ελεγκτής

personne chargée de vérifier, contrôler ou enquêter dans un domaine particulier, souvent dans la police ou l'administration 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
inspecteurs
αρσενικό ενικό
inspecteur
θηλυκό ενικό
inspectrice
neutral form
agent d'inspection
Παραδείγματα
L'inspecteur enquête sur le crime depuis plusieurs jours. 

Ο επιθεωρητής ερευνά το έγκλημα εδώ και αρκετές ημέρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store