Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'inspecteur
01
επιθεωρητής, ελεγκτής
personne chargée de vérifier, contrôler ou enquêter dans un domaine particulier, souvent dans la police ou l'administration
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
inspecteurs
Παραδείγματα
L'inspecteur enquête sur le crime depuis plusieurs jours.
Ο επιθεωρητής ερευνά το έγκλημα εδώ και αρκετές ημέρες.



























