Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'inspecteur
[gender: masculine]
01
επιθεωρητής, ελεγκτής
personne chargée de vérifier, contrôler ou enquêter dans un domaine particulier, souvent dans la police ou l'administration
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
inspecteurs
Παραδείγματα
L' inspectrice suit une formation spéciale pour résoudre les enquêtes complexes.
Η επιθεωρήτρια ακολουθεί ειδική εκπαίδευση για την επίλυση πολύπλοκων ερευνών.



























