Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impulsif
01
παρορμητικός, απερίσκεπτος
qui agit sans réfléchir ou sans contrôle
Παραδείγματα
Les réactions impulsives peuvent causer des problèmes.
Οι παρορμητικές αντιδράσεις μπορούν να προκαλέσουν προβλήματα.
L'impulsif
[female form: impulsive][gender: masculine]
01
παρορμητικό άτομο, απρόσεκτο άτομο
personne qui agit sans réfléchir
Παραδείγματα
Il connaît un impulsif dans son équipe.
Γνωρίζει έναν παρορμητικό στην ομάδα του.



























