Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'imprévu
[gender: masculine]
01
απρόβλεπτο γεγονός, έκπληξη
événement inattendu qui survient soudainement
Παραδείγματα
Elle était prête à gérer tout imprévu.
Ήταν έτοιμη να διαχειριστεί οποιοδήποτε απρόβλεπτο γεγονός.



























