Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'impuissance
[gender: feminine]
01
αδυναμία, αδυναμία
incapacité à agir ou à accomplir quelque chose
Παραδείγματα
L' impuissance de la justice dans cette affaire a scandalisé l' opinion publique.
Η ανικανότητα της δικαιοσύνης σε αυτή την υπόθεση σόκαρε την κοινή γνώμη.
02
ερεκτική δυσλειτουργία, ανικανότητα
incapacité chez l'homme d'obtenir ou de maintenir une érection
Παραδείγματα
Le tabac et l' alcool aggravent souvent les cas d' impuissance.
Ο καπνός και το αλκοόλ συχνά επιδεινώνουν τις περιπτώσεις ανικανότητας.



























